Επίκαιρα Θέματα:

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Στ’ αποτυπώματα ενός «απεριόριστου» Ελληνισμού

Του Βασίλη Μαγκλάρα
Παρά τις δύσκολες καιρικές, οικονομικές και άλλες συνθήκες που μας προβλημάτιζαν να ακολουθήσουμε το ταξίδι που θα πραγματοποιούσε «Ο Σύνδεσμος Συνταξιούχων του Δημοσίου» σε παραδουνάβιες πόλεις, η αναφορά τους και μόνο ήταν αρκετή να άρει κάθε εμπόδιο… Πως θα μπορούσαμε (η γυναίκα μου κι’ εγώ)ν’ αντισταθούμε, όταν μάλιστα κάποια απ’ αυτά τα μέρη μας είχαν γοητεύσει από προηγούμενες επισκέψεις μας και είχαμε δώσει υπόσχεση επανόδου, ενώ για κάποια άλλα ήταν μια ευκαιρία στην από χρόνια επιθυμία μας να τα γνωρίσουμε. 
                                                                                                             
 Περάσαμε τον συνοριακό σταθμό των «Ευζώνων» και μπήκαμε στην γκρίζα ζώνη των Σκοπίων μ’ έναν ουρανό ασήκωτο να σέρνει τα σύννεφά του πάνω στην άσφαλτο. Οι γείτονες, μας υποδέχτηκαν με μια διάθεση ανάλογη με τα καιρικά φαινόμενα και με εκείνη τη νοοτροπία του παλιού τους συστήματος-αργά να πας, αργά να ρθείς, αργά να μας αφήσεις… κι’ ας μας περίμενε το Βελιγράδι μετά από καμιά εξακοσαριά χιλιόμετρα.                    
 Η είσοδός μας στη Σερβία άρχισε να βελτιώνει την εικόνα των πραγμάτων και αυτό φάνηκε στα πρόσωπα των ανθρώπων και στα ανοίγματα του καιρού, καθώς και στα τοπία που βλέπαμε από τα παράθυρα του λεωφορείου μας. Τα σκουπίδια που ήταν το απαραίτητο αξεσουάρ «ένθεν και ένθεν» του δρόμου άρχισαν να χάνονται και μέσα από τις καταπράσινες πλαγιές ξεπρόβαλλαν τα όμορφα Σέρβικα χωριά. Αυτά τα ΟΜΟΡΦΑ χωριά που απ’ τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς ΟΜΟΡΦΑ ΚΑΙΓΟΝΤΑΝ όπως χαρακτηριστικά ήταν ο τίτλος της κινηματογραφικής ταινίας σ’ εκείνη την αντιπολεμική κραυγή.                                                                                                               
 Ο δρόμος μακρύς τα χιλιόμετρα πολλά και η βροχή κολλιτσίδα να μην μπορούμε να της ξεφύγουμε. Μας βρήκε το απόγευμα όταν περνούσαμε τη μεγάλη γέφυρα του ποταμού Σάβου και μπαίναμε στο ιστορικό κέντρο του Βελιγραδίου. Η ξεναγός που μας συνόδευε προσπαθούσε να προλάβει κατά την ξενάγηση μέσα από το λεωφορείο, να μας δώσει μια επαρκή ενημέρωση για την σημερινή κατάσταση της Σερβικής πρωτεύουσας και παράλληλα να μας δείξει τα πανέμορφα μπαρόκ κτίρια που πρόσδιδαν μία αίγλη από το παρελθόν της όμορφης πόλης. –Εδώ η πλατεία Δημοκρατίας, αριστερά σας ο πανέμορφος πεζόδρομος Κνεζ Μιχαήλοβα, μπροστά μας το άγαλμα του Ρήγα, στο βάθος μόλις που προλαβαίνετε να δείτε τον τρούλο από τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Σάββα… Η φωνή της αγωνιώδης αναζήτηση του ματιού μας, που πάλευε να χορτάσει αυτή την ξεχωριστή πόλη.                                                                                                                                                               
 Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και η βροχή μας πρόσφερε μια μικρή ανάπαυλα για να επισκεφτούμε το φρούριο Kalemegdan. Η αναφορά στις αμυντικές δυνατότητες του κάστρου από τον Γάλλο αρχιτέκτονα και η ιστορία του δεν κέντρισαν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον μας όσο η θέα από ψηλά της ειρηνικής συμβολής του Σάβου στον Δούναβη, με τ’ ασημένια χρώματα του δειλινού να τονίζονται από τα εκατοντάδες φωτάκια στα πλεούμενα που τους διέσχιζαν.                                                                                                                       
 Από την μαγεία του τοπίου με διέκοψε ένα ελαφρύ αεράκι που ανέβαινε από τον Δούναβη και έκανε τη ματιά μου να ξεφύγει διστακτικά και με κάποια ενοχή να ακολουθήσει στα δεξιά μου τις ακτές του. Και εκεί στο σύθαμπο ανάμεσα στο φως που λιγόστευε και στο σκοτάδι ξεχώρισα την επιβλητική παρουσία του πύργου Νεμπόϊσα για να μου θυμίσει τον τραγικό θάνατο του Ρήγα Φεραίου και των συντρόφων του στις 24 Ιουνίου του 1798.                         
Την επομένη στο δρόμο για τη Βουδαπέστη αναλογιζόμουν πως αυτός ο λαός μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να επουλώσει τις πληγές του πολέμου και να ορθώσει το ανάστημά του ξετυλίγοντας τις αρετές του και τον πατριωτισμό του. Ναι, ένας λαός που άφησε πίσω του αυτά που τον πλήγωσαν, αλλά  δεν ξεχνάει να τονίζει σε κάθε ευκαιρία ότι «στις τραγικές εκείνες μέρες είχαμε μαζί μας την Παναγιά και την Ελλάδα», όπως μας είπε η ξεναγός.                                                                                                                                                                        
Στη χώρα των Μαγυάρων περάσαμε παρακολουθώντας το ατέλειωτο καραβάνι των μεταναστών, που αφού γλύτωσαν από τη φρίκη του πολέμου, αφού ξεγέλασαν το θάνατο, προσπαθούσαν τώρα να ξεφύγουν και απ’ τις δυνάμεις ασφαλείας του Βίκτωρ Ορμπάν.        
Με την σκέψη τους να μου πικραίνει την διαδρομή φθάσαμε στο μαργαριτάρι του Δούναβη όπως θέλουν να λένε τη Βουδαπέστη. Το να επιχειρήσω να περιγράψω την ξενάγηση και τα ενδιαφέροντα της πόλης θα έκανα κατάχρηση της φιλοξενίας των μέσων. Άλλωστε έχω αναφερθεί από προηγούμενη επίσκεψή μου στις ατέλειωτες ομορφιές αυτής της πόλης που είχε γοητεύσει πολλούς προγόνους μας από τη Μακεδονία και την ευρύτερη περιοχή. Έτσι απολαμβάνοντας τον καφέ μας με τη γυναίκα μου στο NEW YORK KAFE αναζητούσαμε στις ιστορικές μνήμες έναν Ελληνισμό που άνοιξε τους ορίζοντές του πέρα απ’ τα συρρικνωμένα ή υποταγμένα σύνορα της Πατρίδας. Ένας Ελληνισμός που όπως αναφέρει και ο Χρίστος Ζαφείρης στο θαυμάσιο βιβλίο του «Βαλκάνιος Πραματευτής», η δράση του δεν απέβλεπε μόνο στην οικονομική του αποκατάσταση, αλλά αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα που συμμετείχε και συνέβαλλε στην ανάπτυξη της χώρας που τον φιλοξενούσε, ενώ δεν ξέχναγε τον τόπο καταγωγής του και την Εθνική του συνείδηση.                                 
Ανάμεσά τους ξεχώριζε η οικ. Σίνα, η οικ. Νάκου, η οικ. Άνδραση (εξ ου και η λεωφόρος Andrassy) και βέβαια οι Κοζανίτες Χαρίσης, Αυλιώτης, Αρμενούλης, Μουράτης, Τακιατζής, Τερζής και άλλοι που πιθανόν μας διαφεύγουν. Αυτός ο Ελληνισμός που δεν τον χωρούσε ο Τόπος του, όταν μεγαλούργησε δεν ξέχασε τι άφησε πίσω του, δεν έψαξε για υπεράκτιους προορισμούς των χρημάτων του, ούτε για μυστικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, άφησε το πλεόνασμα της ψυχής του να γίνει ευεργετήματα για τα Ελληνόπουλα!!!!                                                 
 Η επίσκεψη στη Βιέννη μοιάζει λίγο πολύ με παραμύθι. Ένα παραμύθι που όμως στο τέλος αυτοί συνεχίζουν να ζουν καλά και εμείς μένουμε με την απογοήτευση ότι ζούμε αλλού. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η πόλη έχει βγει καμιά δεκαριά φορές η καλύτερη πόλη στον κόσμο. Το να προσπαθήσεις να την περιγράψεις είναι σαν να περιορίζεις σε μερικές αράδες κάτι που λάμπει. Πιστεύω ότι αδικεί τον επισκέπτη η ξενάγηση στα Ανάκτορα Χόφμπουργκ τρώγοντάς του ένα πολύτιμο δίωρο με τα καμώματα και τα βίτσια της Μαρίας Θηρεσίας και τις διαστροφικές τάσεις της δυναστείας των Αψβούργων, που είχε σαν αποτέλεσμα να αποφέρει πειραγμένα και ηλίθια τέκνα. Η επιστροφή στο κέντρο της πόλης συνοδεύτηκε με επισημάνσεις σε πρόσωπα του Ελληνισμού που διέπρεψαν και βοήθησαν την Πατρίδα εκείνη τη δύσκολη περίοδο της Εθνεγερσίας. Ξεχώρισαν οι αναφορές στον Σίμων Σίνα τραπεζίτη από τη Μοσχόπολη της Κορυτσάς που είχε πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Στον Στέργιο Δούμπα  από τη Βλάστη που επίσης είχε τον τίτλο του βαρόνου και στο γιό του που η ενασχόληση του με τη μουσική τον ώθησε να ιδρύσει το Μέγαρο Μουσικής της Βιέννης. Στον Γεώργιο Σταύρου πρώτο Διοικητή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Όπως επίσης στους λόγιους Άνθιμο Γαζή, Νεόφυτο Δούκα, Θεόκλιτο Φαρμακίδη, τον ποιητή επίσης Βαρόνο Κωνσταντίνο  Χριστομάνο. Από την παράθεση των ονομάτων απουσίασε αυτό του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν Κοζανίτικης καταγωγής, που δεν ξέρω αν διέφυγε της ξεναγού, ή ο μεγάλος μουσικός είχε ξεχάσει ν’ αναφέρει την καταγωγή του.                                                   
Τα βήματα μας έφεραν σιγά-σιγά μπροστά από το μεγαλοπρεπή Ναό του Αγίου Στέφανου. Ακριβώς απέναντι δίπλα από την είσοδο του παλιού κτιρίου είναι ανάγλυφη η μορφή του Ρήγα. Η φωνή της ξεναγού σαν να δυνάμωσε -Εδώ σ’ αυτό το παλιό κτίριο που βλέπετε το Ρήγα Φεραίο, εδώ ήταν το τυπογραφείο των αδελφών Πούλιου απ’ τη Σιάτιστα, εδώ τυπώθηκε η πρώτη Ελληνική εφημερίδα, εδώ τυπώθηκε η Χάρτα του Ρήγα, εδώ ο Θούριος. Εκεί στη γωνία ήταν το μικρό καφενείο «Grek» που σύχναζαν οι Έλληνες για να μυηθούν από τον Σίνα σε θέματα χρηματιστηρίου. Εδώ… Εκεί… Η απεραντοσύνη του Ελληνισμού δεν έχει όρια, δεν έχει σύνορα, δεν ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ και εμείς μια ομάδα εκδρομέων μένουμε βουβοί ν’ αναρωτιόμαστε πως φθάσαμε ως ΕΔΩ και ΜΗ ΠΑΡΕΚΙ…                                                                                
 Η επιστροφή βασανιστική, φορτωμένη με την κούραση των ημερών και με το βάρος της ιστορίας να πέφτει πάνω μας σαν ενοχή. Η διανυκτέρευση στο Νις την γενέτειρα Του Μεγάλου Κωνσταντίνου μας ξαλάφρωσε λίγο και αφού πήραμε ένα κουράγιο μαζί με κάποια ψώνια για χαιρετίσματα ξεκινήσαμε για την Πατρίδα.                                                                                       Μαγκλάρας Βασίλης                                                                                                                    magklarasvas@yahoo.gr            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Το Προφίλ μας